σαλπιγγίτιδα

Η φλεγμονή των σ. της γυναίκας. Η φλεγμονώδης εξεργασία της σ. μπορεί να παραμείνει εντοπισμένη στη σ. ή να επεκταθεί στην ωοθήκη, οπότε προκαλεί σαλπιγγοωοθηκίτιδα, ή ακόμα να προσβάλλει και τη μήτρα (μητροσαλπιγγίτιδα). Τα συχνότερα αίτια είναι μολύνσεις που εμφανίζονται μετά τον τοκετό ή τις εκτρώσεις και μητρίτιδες του τράχηλου, μερικές από τις οποίες οφείλονται στο γονόκοκκο. Η σ. μπορεί να προσβάλλει τη μία ή και τις δύο σάλπιγγες της γυναίκας (μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη σ.), διακρίνεται δε κατά τη μορφή σε καταρροϊκή, παρεγχυματώδη ή πυώδη. Κατά την οξεία φάση μπορεί να προκαλέσει επιπλοκές (π.χ. περιτονίτιδα) ή διάφορα επακόλουθα (στείρωση, πόνους στη λεκάνη κλπ.). Η θεραπεία με αντιβιοτικά εξουδετερώνει τις οξείες προσβολές και μειώνει τις περιπτώσεις επιπλοκών, ώστε αποφεύγονται οι χειρουργικές επεμβάσεις που στο παρελθόν είχαν ακρωτηριαστικό χαρακτήρα.
* * *
η, Ν
ιατρ. φλεγμονή τών σαλπίγγων τής μήτρας τής γυναίκας λόγω λοίμωξης.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. salpingitis (< σάλπιγγα + κατάλ. ῖτις / ίτιδα). Η λ., στον λόγιο τ. σαλπιγγῖτις, μαρτυρείται από το 1895 στην εφημερίδα Ακρόπολις].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαλπιγγίτιδα — η πάθηση των σαλπίγγων της μήτρας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αιδοιοκολπίτιδα — Φλεγμονή που παρουσιάζεται στο αιδοίο (αιδοιίτιδα) και επεκτείνεται στον κόλπο (κολπίτιδα), ή αντίθετα. Μπορεί επίσης να προσβάλλει τη μήτρα (μητρίτιδα) και τις σάλπιγγες (σαλπιγγίτιδα). Κυριότερη αιτία για την εμφάνιση της πάθησης αυτής είναι η… …   Dictionary of Greek

  • βλεννόρροια — Αφροδίσιο νόσημα, η εμφάνιση του οποίου οφείλεται στον γονόκοκκο του Νάισερ και η μετάδοσή του γίνεται με τη συνουσία. Πρόκειται για ένα είδος φλεγμονής της ουρήθρας, που προκαλείται μετά από επώαση του μικροβίου, η οποία διαρκεί 2 5 μέρες, και… …   Dictionary of Greek

  • κολπίτιδα — Φλεγμονή του κόλπου, που οφείλεται σε τραυματικές, φυσικές, χημικές αιτίες, σε λοίμωξη (από μύκητες, τριχομονάδες κλπ.) ή σε ανεπάρκεια οιστρογόνων (ατροφική κ. μετά την εμμηνόπαυση). Μπορεί να επεκταθεί σε τραχηλίτιδα, σαλπιγγίτιδα ή φλεγμονή… …   Dictionary of Greek

  • ωοθηκοσαλπιγγίτιδα — η, Ν ιατρ. ταυτόχρονη φλεγμονή τής σάλπιγγας και τής ωοθήκης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ωοθήκη + σαλπιγγίτιδα] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.